άδεια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | άδεια | άδειες |
| γενική | άδειας | αδειών |
| αιτιατική | άδεια | άδειες |
| κλητική | άδεια | άδειες |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
άδεια θηλυκό
- η συμφωνία, η συγκατάνευση ώστε κάποιος να προχωρήσει σε μια ενέργεια
- κρατικό έγγραφο που επιτρέπει στον κάτοχό του να ασκήσει ένα επάγγελμα ή να οδηγήσει ένα όχημα
- η παραχώρηση του δικαιώματος να απουσιάσει κάποιος από τη δουλειά του ή την υπηρεσία του
- το χρονικό διάστημα των διακοπών
Μεταφράσεις [
]
άδεια
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
άδεια (προφορά: /ˈa.ðʝa/)
- θηλυκό του άδειος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
- ουδέτερο του άδειο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού