άδεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άδεια άδειες
γενική άδειας αδειών
αιτιατική άδεια άδειες
κλητική άδεια άδειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άδεια < α στερητικό + δέος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈa.ði.a/ και /ˈa.ðʝa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άδεια θηλυκό

  1. η συμφωνία, η συγκατάνευση ώστε κάποιος να προχωρήσει σε μια ενέργεια
  2. κρατικό έγγραφο που επιτρέπει στον κάτοχό του να ασκήσει ένα επάγγελμα ή να οδηγήσει ένα όχημα
  3. η παραχώρηση του δικαιώματος να απουσιάσει κάποιος από τη δουλειά του ή την υπηρεσία του
  4. το χρονικό διάστημα των διακοπών

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

άδεια (προφορά: /ˈa.ðʝa/)