permis
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
permis (fr) αρσενικό (πληθυντικός: permis)
[
]
Μετοχή
permis (fr) αρσενικό, permise θηλυκό (πληθυντικός: permis αρσενικό, permises θηλυκό)
- μετοχή παρακειμένου του ρήματος permettre
[
]
Ρουμανικά (ro)
[
]
Ουσιαστικό
permis (ro)