license
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
license (en)
- η άδεια, το έγγραφο που σου επιτρέπει να κάνεις κάτι
- driver's licence - άδεια (δίπλωμα) οδήγησης