gad
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ρήμα [
]
gad (en)
- κινούμαι πέρα δώθε με τυχαίο τρόπο
Πολωνικά (pl) [
]
Ουσιαστικό [
]
gad (pl)