gadfly

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό

gadfly  (en)

  1. (εντομολογία) η αλογόμυγα
  2. (μεταφορικά) Άνθρωπος που διεγείρει ή ενοχλεί (ειδικά ασκώντας κριτική).
    Socrates described himself as a gadfly trying to sting Athens out of ignorance.
Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/gadfly"