grate
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
grate (en)
- η σχάρα
[
]
Ρήμα
grate (en)
- ξύνω ή τρίβω (πχ. τυρί ή κάτι άλλο στον τρίφτη)
- τρίζω (τα δόντια μου κάνοντας ενοχλητικό θόρυβο)
- grate on one's nerves: μου τη δίνει στα νεύρα