ξύνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ξύνω < αρχαία ελληνική ξύω
[
]
Ρήμα
ξύνω
- τρίβω με τα νύχια το δέρμα μου επειδή αισθάνομαι φαγούρα
- τρίβω επιφάνεια με κάποιο ειδικό μέσα (π.χ. ξύστρα, ξυστήρι, ξυστρί κ.λπ.)
[
] Εκφράσεις
- ξύνω πληγές (ή ξύνω παλιές πληγές): λέω πράγματα που μπορεί να προκαλέσουν στεναχώριες ή πράγματα τα οποία ξαναθυμίζουν θλιβερές καταστάσεις οι οποίες τείνουν να ξεχαστούν (ξεπεραστούν)
- ξύνω τα νύχια μου:
[
] Παροιμίες
- αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς μην περιμένεις να σε ξύσουν άλλοι: μην ελπίζεις στη βοήθεια των άλλων αν δεν μπορείς να κάνεις κάτι μόνος σου