greifen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

greifen (de) (αμετάβατο)

  1. πιάνω
  2. (για μουσικά όργανα) παίζω

(μεταβατικό)

  1. δίνω το χέρι
  2. γίνομαι μέλος
  3. δαγκώνω