μέλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέλος | μέλη |
| Γενική | μέλους | μελών |
| Αιτιατική | μέλος | μέλη |
| Κλητική | μέλος | μέλη |
Ετυμολογία
- μέλος < αρχαία ελληνική μέλος
Προφορά
Ουσιαστικό
μέλος ουδέτερο
- τμήμα του σώματος το οποίο εκτελεί συγκεκριμένη εργασία (πχ. πόδι, χέρι, κεφάλι, δάκτυλο)
- (μεταφορικά) άνθρωπος ο οποίος εντάσσεται σε μια ομάδα ή ένα κοινωνικό σύνολο με συγκεκριμένο σκοπό και δραστηριότητα
- το χορικό ή λυρικό άσμα
- η μελωδία
Σύνθετα
- διαμελισμός, διαμελίζω
- μελόδραμα, μελοδραματικός, μελοδραμάτιον, μελοδραματισμός, μελοδραματοποιός, μελοδραματοποιώ
- μελοποίηση, μελοποιός, μελοποιώ
Μεταφράσεις
τμήμα του σώματος
μελωδία
|