μελωδία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μελωδία < αρχαία ελληνική μελῳδία
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /me.lɔ.ˈði.a/
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μελωδία | μελωδίες |
| γενική | μελωδίας | μελωδιών |
| αιτιατική | μελωδία | μελωδίες |
| κλητική | μελωδία | μελωδίες |
μελωδία θηλυκό