θέμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θέμα | θέματα |
| Γενική | θέματος | θεμάτων |
| Αιτιατική | θέμα | θέματα |
| Κλητική | θέμα | θέματα |
Ετυμολογία
- θέμα < τίθημι
Προφορά
Ουσιαστικό
θέμα ουδέτερο
- το αντικείμενο συζήτησης
- το θέμα σήμερα είναι η μετάφραση
- το αντικείμενο διαφωνίας ή αντιπαράθεσης
- το θέμα μας είναι αν θα πάμε βόλτα ή αν θα μείνομε σπίτι
- ο τίτλος μιας επιστημονικής εργασίας, ο οποίος σχετίζεται με το αντικείμενο πραγμάτευσης
- έχεις βρει θέμα για τη διατριβή σου;
- το αντικείμενο της δικαστικής έρευνας και της νομικής απόδειξης
- ο εισαγγελέας τόνισε ότι το θέμα είναι εξαιρετικά λεπτό
- ένα ζήτημα που δίνεται σε εξετάσεις
- το δεύτερο θέμα απαιτούσε καλή γνώση γραμματικής
- το αδίδακτο, το απόσπασμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που δίνεται στους μαθητές για να το μεταφράσουν
- η ιστορία ενός λογοτεχνικού κειμένου, ενός κινηματογραφικού ή θεατρικού έργου
- ποιο είναι το θέμα το βιβλίου;
- μια μουσική ενότητα που επαναλαμβάνεται με διάφορες παραλλαγές ή συμπληρώνεται με άλλες ενότητες
- αυτό που αναπαριστά ο καλλιτέχνης σε ένα έργο του
- το θέμα του πίνακα
- (γλωσσολογία) το μέρος της λέξης που αποτελείται από τη ρίζα και τα προσφύματα και περαμένει αμετάβλητο (σε αντίθεση με την κατάληξη)
- το "περιγραφ-" είναι το θέμα της λέξης "περιγραφή"
- (ιστορία) διοικητική περιφέρεια του Βυζαντίου κατά τον 7ο και 8ο αιώνα
Εκφράσεις
- δεν είναι δικό σου θέμα : δε σε αφορά, δεν είναι δική σου υπόθεση
- (δεν) υπάρχει / τίθεται θέμα : (δεν) προκύπτει κάτι ως ζήτημα ή πρόβλημα
- δημιουργώ θέμα : προκαλώ πρόβλημα
- εκτός θέματος : έξω από τα πλαίσια του ζητήματος
- επί του θέματος : αναφορικά με το αντικείμενο συζήτησης
- κάνω (κάτι) θέμα : δίνω μεγάλες διαστάσεις σε κάτι
- πιάνω ένα θέμα : ασχολούμαι με κάτι
- το θέμα της ημέρας : το γεγονός ή το περιστατικό που μονοπωλεί το ενδιαφέρον εξαιτίας της σημασίας ή της σοβαρότητάς του

