διαμελισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαμελισμός διαμελισμοί
γενική διαμελισμού διαμελισμών
αιτιατική διαμελισμό διαμελισμούς
κλητική διαμελισμέ διαμελισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαμελισμός < ελληνιστική κοινή διαμελισμός < διαμελίζω < διά + μέλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διαμελισμός αρσενικό

  1. βίαιος αποχωρισμός των μελών από το σώμα που επιφέρει το θάνατο
  2. η διαίρεση μιας χώρας σε ανεξάρτητα κράτη

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]