πέλαγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πέλαγος πελάγη
γενική πελάγους πελαγών
αιτιατική πέλαγος πελάγη
κλητική πέλαγος πελάγη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέλαγος < αρχαία ελληνική πέλαγος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɛ.la.ɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέλαγος ουδέτερο

  1. η ανοικτή θάλασσα που βρίσκεται μακριά από την ακτή
    η βάρκα του έπλεε ανοικτά, στο πέλαγος
  2. επώνυμη περιορισμένη θαλάσσια έκταση μικρότερη από τη θάλασσα και τον ωκεανό
  3. (μεταφορικά) μεγάλος όγκος, πλήθος, αφθονία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν τον όρο δείτε: θάλασσα



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέλαγος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέλαγος ουδέτερο

  1. πέλαγος
  2. πεδινή έκταση που έχει κατακλυστεί από νερό