θάλασσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | θάλασσα | θάλασσες |
| γενική | θάλασσας | θαλασσών |
| αιτιατική | θάλασσα | θάλασσες |
| κλητική | θάλασσα | θάλασσες |
[
]
Ετυμολογία
- θάλασσα < αρχαία ελληνική θάλασσα (πιθανότατα έχει προελληνικές ρίζες, ετσι την ονόμαζαν οι ιθαγενείς πληθυσμοί πρίν κατέβουν οι Έλληνες)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
θάλασσα θηλυκό
- το σύνολο του αλμυρού νερού που καλύπτει την επιφάνεια της Γης
- θαλάσσιο τμήμα που συνδέεται με έναν ωκεανό
- η επιφάνεια της θάλασσας
- η θαλασσοταραχή
- ξεκινήσαμε για ψάρεμα με τη βάρκα αλλά βρήκαμε πολύ θάλασσα και γυρίσαμε πίσω
- έκταση στην επιφάνεια της Σελήνης που με το τηλεσκόπιο φαίνεται σκοτεινότερη και πιο επίπεδη από τα εδάφη που την περιβάλλουν
- (μεταφορικά) το πλήθος
[
] Εκφράσεις
- τα κάνω θάλασσα : τα μπερδεύω, αποτυγχάνω σε μια προσπάθεια
- πρόσεξε κακομοίρη μου μην τα κάνεις θάλασσα στις εξετάσεις και κοπείς γιατί αλίμονό σου
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Σημειώσεις
- συχνά χρησιμοποιείται στη γενική του ενικού η παλαιότερη μορφή "θαλάσσης"
[
]
Μεταφράσεις
θάλασσα
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θάλασσα | θαλάσσα | θάλασσαι |
| Γενική | θαλάσσης | θαλάσσαιν | θαλασσῶν |
| Δοτική | θαλάσσῃ | θαλάσσαιν | θαλάσσαις |
| Αιτιατική | θάλασσαν | θαλάσσα | θαλάσσας |
| Κλητική | θάλασσα | θαλάσσα | θάλασσαι |
[
]
Ουσιαστικό
θάλασσα και θάλαττα θηλυκό
- το σύνολο του αλμυρού νερού που καλύπτει την επιφάνεια της Γης
- το νερό της θάλασσας