θάλασσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θάλασσα | θάλασσες |
| Γενική | θάλασσας | θαλασσών |
| Αιτιατική | θάλασσα | θάλασσες |
| Κλητική | θάλασσα | θάλασσες |
Ετυμολογία
- θάλασσα < αρχαία ελληνική θάλασσα
Προφορά
Ουσιαστικό
θάλασσα θηλυκό
- μεγάλος όγκος αλμυρού νερού που συνδέεται με έναν ωκεανό
- έκταση στην επιφάνεια της Σελήνης που με το τηλεσκόπιο φαίνεται σκοτεινότερη και πιο επίπεδη από τα εδάφη που την περιβάλλουν
- (μεταφορικά) το πλήθος