ακτή

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Ετυμολογία

  • αρχαία ελληνική λέξη

Ουσιαστικό

ακτή

  1. το μέρος της ξηράς που γειτνιάζει με τη θάλασσα, παραλία

Συγγενικές λέξεις

Συνώνυμα


Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες