ακτή
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πίνακας περιεχομένων
1
Ελληνικά (el)
1.1
Ετυμολογία
1.2
Ουσιαστικό
1.2.1
Συγγενικές λέξεις
1.2.2
Συνώνυμα
1.2.3
Μεταφράσεις
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
αρχαία ελληνική λέξη
Ουσιαστικό
ακτή
το μέρος της
ξηρά
ς που
γειτνιάζει
με τη
θάλασσα
,
παραλία
Συγγενικές λέξεις
ακτογραμμή
παράκτιος
Συνώνυμα
ακρογιαλιά
γιαλός
παραλία
Μεταφράσεις
αγγλικά
:
coast
(en)
γαλλικά
:
côte
(fr)
θηλυκό
εβραϊκά
:
חוף
(he)
*
φινλανδικά
:
ranta
(fi)
Κατηγορίες
:
Ελληνική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (ελληνικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Αναζήτηση
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
English
Suomi
Français
Limburgs