τόνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τόνος | τόνοι |
| γενική | τόνου | τόνων |
| αιτιατική | τόνο | τόνους |
| κλητική | τόνε | τόνοι |
Ετυμολογία [
]
- τόνος < αρχαία ελληνική τόνος < τείνω
- τόνος < γαλλική tonne
- τόνος < ιταλική tonno < λατινική tunnus < αρχαία ελληνική θύννος
Ουσιαστικό 1 [
]
τόνος
[
]
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
Ουσιαστικό 2 [
]
τόνος αρσενικό
- μονάδα μέτρησης μάζας, ίση με 1000 κιλά
- για να δηλωθεί αόριστα μια πολύ μεγάλη ποσότητα
Μεταφράσεις [
]
Ουσιαστικό 3 [
]
τόνος αρσενικό
- μεγάλο ψάρι