σκιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκιά | σκιές |
| γενική | σκιάς | σκιών |
| αιτιατική | σκιά | σκιές |
| κλητική | σκιά | σκιές |
[
]
Ετυμολογία
- σκιά < αρχαία ελληνική σκιά
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σκιά θηλυκό
- η σκοτεινή περιοχή που σχηματίζεται στη μία πλευρά ενός αντικειμένου, όταν μια φωτεινή πηγή το φωτίζει από την άλλη πλευρά
- κάτσαμε να ξεκουραστούμε στη σκιά του μεγάλου πλάτανου
- (γενικότερα) σχετικά σκοτεινή περιοχή, σκοτάδι
- ο ύποπτος χάθηκε μέσα στις σκιές της νύχτας
- (μεταφορικά) για κάτι που στενοχωρεί
- μια σκιά φόβου, μια σκιά υποψίας
- (μεταφορικά) για να δηλώσει παρακμή, αδυναμία
- έχει γίνει η σκιά του παλιού του εαυτού
- (μεταφορικά) κάτι που μας ακολουθεί παντού
- έγινα η σκιά του, τον ακολουθούσα παντού, αλλά δεν ανακάλυψα τίποτα ύποπτο
- είδος γυναικείου καλλυντικού για την περιοχή των ματιών
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ουσιαστικό
σκιά θηλυκό