σκιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκιάζω < σκιά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /sci.'a.zɔ/ (1, 2, 3)
ΔΦΑ : /ˈsca.zɔ/ (4)

Open book 01.svg Ρήμα[]

σκιάζω

  1. κάνω σκιά πάνω σε κάτι, π.χ. χρησιμοποιώντας ένα αντικείμενο σαν την ομπρέλα
    Περίμενε να σκιάσω μια γωνιά στη βεράντα για να κάτσουμε χωρίς να μας χτυπάει ο ήλιος
  2. (μεταφορικά) επισκιάζω
    Το όνομα του πατέρα του τον σκιάζει ό,τι και να κάνει
    Το ατύχημα σκίασε την εορταστική ημέρα
  3. δημιουργώ σκιές σε μια εικόνα, σε ένα σκίτσο, σε ένα πίνακα ζωγραφικής, ένα σχέδιο
    Πρέπει να σκιάζεις με αγάπη το έργο σου, γιατί η σκια είναι σκοτεινή, όμως όταν ζωγραφίζεις εκείνη είναι που αναδεικνύει το φως
  4. σκουραίνω με γραμμοσκίαση διάφορα σημεία σε ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο ή σε μια άσκηση γεωμετρίας για να ξεχωρίσουν από το υπόλοιπο, χωρίς απαραιτήτως να υποδηλώνεται σκιά
    Σκιάστε το τμήμα που αναλογεί στο εμβαδόν που υπολογίσατε
  5. (λαϊκότροπο) τρομάζω κάποιον, δημιουργώντας προσωρινά ή μόνιμα αισθήματα φόβου, όμως σε αυτή την περίπτωση η μετοχή παθητικού παρακειμένου είναι σκιαγμένος και όχι σκιασμένος, όπως αντίστοιχες διαφορές υπάρχουν και σε όλα τα θέματα των μεσοπαθητικών χρόνων (σκιάστηκα για τη σκίαση, σκιάχτηκα για το φόβο, θα σκιαστώ/θα σκιαχτώ, είχα σκιαστεί/είχα σκιαχτεί)
    Μη με σκιάζεις με ιστορίες για φαντάσματα τέτοια ώρα!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]