σκιάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σκιάζω < σκιά
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
σκιάζω
- δημιουργώ σκιά πάνω σε κάτι
- (μεταφορικά) προκαλώ αισθήματα ταραχής εξαιτίας ενός δυσάρεστου γεγονότος
- (τέχνες) σχηματίζω ή προσθέτω σκιές σε μια εικόνα
- (λαϊκό) τρομάζω κάποιον, δημιουργώντας προσωρινά ή μόνιμα αισθήματα φόβου