σκιάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σκιάζω < σκιά
Προφορά[
]
Ρήμα [
]
σκιάζω
- κάνω σκιά πάνω σε κάτι, π.χ. χρησιμοποιώντας ένα αντικείμενο σαν την ομπρέλα
- Περίμενε να σκιάσω μια γωνιά στη βεράντα για να κάτσουμε χωρίς να μας χτυπάει ο ήλιος
- (μεταφορικά) επισκιάζω
- Το όνομα του πατέρα του τον σκιάζει ό,τι και να κάνει
- Το ατύχημα σκίασε την εορταστική ημέρα
- δημιουργώ σκιές σε μια εικόνα, σε ένα σκίτσο, σε ένα πίνακα ζωγραφικής, ένα σχέδιο
- Πρέπει να σκιάζεις με αγάπη το έργο σου, γιατί η σκια είναι σκοτεινή, όμως όταν ζωγραφίζεις εκείνη είναι που αναδεικνύει το φως
- σκουραίνω με γραμμοσκίαση διάφορα σημεία σε ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο ή σε μια άσκηση γεωμετρίας για να ξεχωρίσουν από το υπόλοιπο, χωρίς απαραιτήτως να υποδηλώνεται σκιά
- Σκιάστε το τμήμα που αναλογεί στο εμβαδόν που υπολογίσατε
- (λαϊκότροπο) τρομάζω κάποιον, δημιουργώντας προσωρινά ή μόνιμα αισθήματα φόβου, όμως σε αυτή την περίπτωση η μετοχή παθητικού παρακειμένου είναι σκιαγμένος και όχι σκιασμένος, όπως αντίστοιχες διαφορές υπάρχουν και σε όλα τα θέματα των μεσοπαθητικών χρόνων (σκιάστηκα για τη σκίαση, σκιάχτηκα για το φόβο, θα σκιαστώ/θα σκιαχτώ, είχα σκιαστεί/είχα σκιαχτεί)
- Μη με σκιάζεις με ιστορίες για φαντάσματα τέτοια ώρα!
[
]
Μεταφράσεις[
]
γραμμοσκιάζω
|