σχέδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σχέδιο σχέδια
γενική σχεδίου σχεδίων
αιτιατική σχέδιο σχέδια
κλητική σχέδιο σχέδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχέδιο < αρχαία ελληνική σχέδιον, ουδέτερο του σχέδιος < σχεδόν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σχέδιο ουδέτερο

  1. αναπαράσταση ενός αντικειμένου πάνω σε χαρτί ή άλλη επιφάνεια με τη χρήση γραμμών, συνήθως υπό κλίμακα
  2. η τέχνη του να σχεδιάζεις και το μάθημα που διδάσκει την τέχνη αυτή
    έδωσε εξετάσεις στο γραμμικό και το ελεύθερο σχέδιο
  3. μοτίβο
    παρατηρούσε τα σχέδια του πλεξίματος στο υφαντό
  4. προσχέδιο
    έχω γράψει κάτι, αλλά ακόμα είναι απλώς ένα σχέδιο· θα χρειαστεί πολλή δουλειά για να το ολοκληρώσω
  5. σκέψη, επιθυμία για κάτι που προγραμματίζω ώστε να πραγματοποιηθεί στο μέλλον
    τι σχέδια κάνετε για τις καλοκαιρινές διακοπές;

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]