σκίτσο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκίτσο | σκίτσα |
| γενική | σκίτσου | σκίτσων |
| αιτιατική | σκίτσο | σκίτσα |
| κλητική | σκίτσο | σκίτσα |
[
]
Ετυμολογία
- σκίτσο < ιταλική schizzo < λατινική schedium < αρχαία ελληνική σχέδιον (αντιδάνειο)
[
]
Ουσιαστικό
σκίτσο ουδέτερο
- πρόχειρο συνήθως σχέδιο με μολύβι, ιχνογράφημα