σκιάχτρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκιάχτρο | σκιάχτρα |
| γενική | σκιάχτρου | σκιάχτρων |
| αιτιατική | σκιάχτρο | σκιάχτρα |
| κλητική | σκιάχτρο | σκιάχτρα |
[
]
Ετυμολογία
- σκιάχτρο < σκιάζω
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σκιάχτρα σε αγρό
σκιάχτρο ουδέτερο
- ομοίωμα ανθρώπου με τρομακτικά χαρακτηριστικά για να απωθεί τα πτηνά από τις καλλιέργειες
- (μεταφορικά) ο πολύ αδύνατος και ασθενικός άνθρωπος
[
]
Μεταφράσεις
σκιάχτρο