ατμόσφαιρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ατμόσφαιρα | ατμόσφαιρες |
| γενική | ατμόσφαιρας | ατμοσφαιρών |
| αιτιατική | ατμόσφαιρα | ατμόσφαιρες |
| κλητική | ατμόσφαιρα | ατμόσφαιρες |
το φεγγάρι πίσω από την ατμόσφαιρα της γης
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /at.ˈmɔs.fɛ.ɾa/
[
]
Ουσιαστικό
ατμόσφαιρα θηλυκό
- (μόνο ενικός): η μάζα αερίων που βρίσκεται γύρω από ένα πλανήτη ή δορυφόρο. Στη Γη, είναι απαραίτητη για την επιβίωση των οργανισμών και διακρίνεται σε τροπόσφαιρα, στρατόσφαιρα, μεσόσφαιρα, θερμόσφαιρα ή ιονόσφαιρα και εξώσφαιρα
- η ρύπανση της ατμόσφαιρας είναι ζήτημα που αφορά όλους μας
- (αστρονομία) το αεριώδες περίβλημα των ουράνιων σωμάτων
- (μόνο ενικός): η μάζα αερίων που καλύπτει μια περιοχή
- η ατμόσφαιρα των μεγαλουπόλεων
- (μόνο ενικός): οι μετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούν σε μια περιοχή
- η ατμόσφαιρα αύριο θα είναι διαυγής
- (μόνο ενικός): ο αέρας σε ένα συγκεκριμένο χώρο
- άνοιξε το παράθυρο να ανανεωθεί η ατμόσφαιρα
- (μόνο ενικός): (μεταφορικά) η συναισθηματική ή ψυχολογική διάθεση που κυριαρχεί σε ένα χώρο
- με τα πρώτα χαμόγελα η ατμόσφαιρα έγινε λιγότερο αμήχανη
- (φυσική) μονάδα μέτρησης της πίεσης που ασκούν ατμοί ή αέρια
- πίεση 2 ατμοσφαιρών
[
] Εκφράσεις
- περιρρέουσα ατμόσφαιρα: οι συνθήκες που επικρατούν σε σχέση με ένα πολιτικό, οικονομικό, πολιτιστικό κ.λπ. φαινόμενο
[
]
- (παρωχημένο) ατμοσφαίρα
[
]
[
]
Δείτε επίσης
- ατμόσφαιρα στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
η ατμόσφαιρα της γης