δορυφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δορυφόρος δορυφόροι
γενική δορυφόρου δορυφόρων
αιτιατική δορυφόρο δορυφόρους
κλητική δορυφόρε δορυφόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δορυφόρος < αρχαία ελληνική δορυφόρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ðɔ.ɾi.ˈfɔ.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δορυφόρος αρσενικό

  1. (ιστορία) που κρατά δόρυ, φρουρός ενός αξιωματούχου
  2. (αστρονομία) ουράνιο σώμα που περιφέρεται γύρω από έναν πλανήτη
    η Σελήνη είναι ο φυσικός δορυφόρος της Γης
  3. ο τεχνητός δορυφόρος
    η χώρα μας έθεσε σε τροχιά τον τηλεπικοινωνιακό δορυφόρο HELLAS-SAT

Εκφράσεις[]

  • κράτος δορυφόρος: χώρα που εξαρτάται από κάποια ισχυρή δύναμη και ακολουθεί τις πολιτικές και στρατιωτικές επιλογές της

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ δορυφόρος τὸ δορυφόρον οἱ, αἱ δορυφόροι τὰ δορυφόρα
Γενική τοῦ, τῆς δορυφόρου τοῦ δορυφόρου τῶν δορυφόρων τῶν δορυφόρων
Δοτική τῷ, τῇ δορυφόρῳ τῷ δορυφόρῳ τοῖς, ταῖς δορυφόροις τοῖς δορυφόροις
Αιτιατική τὸν, τὴν δορυφόρον τὸ δορυφόρον τοὺς, τὰς δορυφόρους τὰ δορυφόρα
Κλητική δορυφόρε δορυφόρον δορυφόροι δορυφόρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική δορυφόρω
Γενική-Δοτική δορυφόροιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δορυφόρος < δόρυ + -φόρος (< φέρω)

Open book 01.svg Επίθετο[]

δορυφόρος

  1. που κρατάει δόρυ ή λόγχη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: (λατινικά) hastatus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δορυφόρος

  1. (ειδικότερα) σωματοφύλακας
  2. (για τη ρωμαϊκή κοινότητα) πραιτωριανός
  3. (μεταφορικά) που εξυπηρετεί τυφλά