φρουρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φρουρός φρουροί
γενική φρουρού φρουρών
αιτιατική φρουρό φρουρούς
κλητική φρουρέ φρουροί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φρουρός < αρχαία ελληνική φρουρός

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /fɾu.ˈɾɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

φρουρός αρσενικό ή θηλυκό

  1. πρόσωπο που φρουρεί κάποιον ή κάτι
    ο φρουρός κατάφερε να ακινητοποιήσει τους ληστές
    Περνάει ο στρατός, της Ελλάδος φρουρός (εμβατήριο)
    φρουρός στο στρατό, στα αστυνομικά τμήματα, στις φυλακές, ειδικός φρουρός (ένστολος δημόσιος υπάλληλος με ειδική εκπαίδευση και άδεια οπλοφορίας)
    φρουρός σε τράπεζες, πολυκαταστήματα (ιδιωτικός υπάλληλος με περιορισμένες αρμοδιότητες και χωρίς άδεια οπλοφορίας)
  2. (μεταφορικά) πρόσωπο που προστατεύει ή υπερασπίζεται κάτι
    ήταν πάντα φρουρός της ελεύθερης έκφρασης
    Ο φρουρός της καρδιάς μου (μυθ. της Φρανσουάζ Σαγκάν)
    Σε θέλω στο πλευρό μου, ακοίμητο φρουρό μου, με το φιλί με το σπαθί... (Ελ. Αρβανιτάκη, στίχοι Μιχάλη Γκανά)

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φρουρός < προορός < προοράω

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

φρουρός

  • που φρουρεί, φυλάσσει
  • φρουροὺς ἐγκατέλιπον : άφησαν φρουρά (στις Πλαταιές) (Θουκ. Πελ. Πόλ. Βιβλίο 2, 6)
  • τοὺς φύλακας οἷον φρουρούς (Αριστ. Πολιτ.)

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες