εθνοφρουρός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εθνοφρουρός | εθνοφρουροί |
| γενική | εθνοφρουρού | εθνοφρουρών |
| αιτιατική | εθνοφρουρό | εθνοφρουρούς |
| κλητική | εθνοφρουρέ | εθνοφρουροί |
Ετυμολογία [
]
- εθνοφρουρός < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
εθνοφρουρός αρσενικό
- στρατιώτης που υπηρετεί στην εθνοφρουρά
Μεταφράσεις [
]
εθνοφρουρός