στρατιώτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στρατιώτης | στρατιώτες |
| γενική | στρατιώτη | στρατιωτών |
| αιτιατική | στρατιώτη | στρατιώτες |
| κλητική | στρατιώτη | στρατιώτες |
Ετυμολογία [
]
- στρατιώτης < αρχαία ελληνική στρατιώτης
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /stɾa.ti.ˈɔ.tis/
Ουσιαστικό [
]
στρατιώτης αρσενικό
- κάποιος που υπηρετεί στο στρατό (κυρίως στο στρατό ξηράς) και έχει τον κατώτατο βαθμό στη στρατιωτική ιεραρχία
- φαντάρος (οικείο)
- (ειδικότερα) πολίτης που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία
- (κατ' επέκταση) οποιοσδήποτε στρατιωτικός, ανεξαρτήτως βαθμού (με την έννοια ότι η στρατιωτική του υπηρεσία έχει γι' αυτόν πολύ μεγάλη σημασία)
- το απλό πιόνι στο σκάκι
[
]
Μεταφράσεις [
]
στρατιώτης
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ὁ | στρατιώτης | τώ | στρατιώτα | οἱ | στρατιῶται |
| Γενική | τοῦ | στρατιώτου | τοῖν | στρατιώταιν | τῶν | στρατιωτῶν |
| Δοτική | τῷ | στρατιώτῃ | τοῖν | στρατιώταιν | τοῖς | στρατιώταις |
| Αιτιατική | τόν | στρατιώτην | τώ | στρατιώτα | τούς | στρατιώτας |
| Κλητική | (ὦ) | στρατιῶτα | (ὦ) | στρατιώτα | (ὦ) | στρατιῶται |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
στρατιώτης αρσενικό
- πολίτης σε στρατιωτική υπηρεσία
- (γενικότερα) στρατιώτης, πολεμιστής
- (μεταγενέστερη ελληνική ) μισθοφόρος
- ποτάμιος στρατιώτης: αιγυπτιακό υδρόβιο φυτό
[
]
[
]
- Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1437