μισθοφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μισθοφόρος μισθοφόροι
γενική μισθοφόρου μισθοφόρων
αιτιατική μισθοφόρο μισθοφόρους
κλητική μισθοφόρε μισθοφόροι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μισθοφόρος < αρχαία ελληνική μισθοφόρος < μισθός + φέρω

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μισθοφόρος αρσενικό

  • στρατιώτης που υπηρετεί σε ξένο στρατό με κίνητρο το οικονομικό όφελος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες