μισθοφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μισθοφόρος μισθοφόροι
γενική μισθοφόρου μισθοφόρων
αιτιατική μισθοφόρο μισθοφόρους
κλητική μισθοφόρε μισθοφόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μισθοφόρος < αρχαία ελληνική μισθοφόρος < μισθός + φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μισθοφόρος αρσενικό

  • στρατιώτης που υπηρετεί σε στρατό ξένης χώρας και πληρώνεται για υπηρεσίες του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]