φέρω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- φέρω < αρχαία ελληνική φέρω
Ρήμα [
]
φέρω, αόριστος έφερα, λόγια μετοχή ενεστώτα φέρων, παθητική φωνή φέρομαι
- λόγια μορφή του φέρνω στον Ενεστώτα· τα δύο ρήματα μοιράζονται το ίδιο αοριστικό θέμα φερ (θα φέρω, έφερα, έχω φέρει κλπ)
- κρατώ το βάρος κάποιου πράγματος, υποβαστάζω
- τέσσερα τόξα φέρουν το βάρος του θόλου
- έχω πάνω μου
- ο νεκρός φέρει πολλαπλά τραύματα στην κοιλιακή χώρα
- ο ναός φέρει διακόσμηση από ψηφιδωτά
- ο ύποπτος έφερε έναν εκρηκτικό μηχανισμό
- σχεδιάζω γραμμή
- φέρουμε ευθεία εφαπτομένη του κύκλου στο σημείο Α
Εκφράσεις [
]
- φέρω βαρέως κάτι: νιώθω ενοχές για κάτι
- φερ' ειπείν: για παράδειγμα
[
]
Σύνθετα [
]
- αναφέρω
- ασύμφορος
- αυτόφωρο
- διαφέρω
- διένεξη
- διηνεκής
- δίφρος
- ευεπίφορος
- καταφέρω
- λεωφορείο
- μεταφέρω
- οισοφάγος
- παραφέρομαι
- περιφέρω
- συμπεριφέρομαι
- συμφέρω
- υποφέρω
- φέρελπις
- φερέγγυος
- φερέοικος
- φερέφωνο
- φερώνυμος
Δείτε επίσης [
]
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Αρχικοί χρόνοι | Ενεργητική φωνή | Μέση-Παθητική φωνή |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | φέρω | φέρομαι |
| Παρατατικός | ἔφερον | ἐφερόμην |
| Μέλλοντας | οἴσω & οἰσῶ (δωρικός) | οἴσομαι & οἰσθήσομαι & ἐνεχθήσομαι |
| Αόριστος | ἤνεγκα & ἤνεγκον & ἤνεικα (ιωνικός) | ἠνεγκάμην & ἠνεγκόμην & ἠνέχθην |
| Παρακείμενος | ἐνήνοχα | ἐνήνεγμαι |
| Υπερσυντέλικος | ἐνηνόχειν | ἐνηνέγμην |
| Συντελεσμένος Μέλλοντας |
Ετυμολογία [
]
- φέρω< ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bher-, λατινικό fero
Ρήμα [
]
- φέρω, φέρνω
Κλίση [
]
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||