λεηλατώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεηλατώ < αρχαία ελληνική λεηλατέω-ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λεηλατώ

  1. αρπάζω με τη βία κάτι σαν λάφυρο, κάνω πλιάτσικο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: διαγουμίζω, λαφυραγωγώ, πλιατσικολογώ
    οι αντίπαλοι υποχωρούσαν λεηλατώντας τα χωριά που συναντούσαν
  2. κατακλέβω, ληστεύω
  3. εκμεταλλεύομαι κάτι μέχρι να εξαντληθεί, σπαταλώ
  4. διαρπάζω την πνευματική παραγωγή κάποιου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]