φορητός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : φορετός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φορητός φορητή φορητό
γενική φορητού φορητής φορητού
αιτιατική φορητό φορητή φορητό
κλητική φορητέ φορητή φορητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φορητοί φορητές φορητά
γενική φορητών φορητών φορητών
αιτιατική φορητούς φορητές φορητά
κλητική φορητοί φορητές φορητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φορητός < ελληνιστική κοινή < φέρω + -τός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɔ.ɾi.ˈtɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /fɔ.ɾi.ˈti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /fɔ.ɾi.ˈtɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φορητός, -ή, -ό

  • που μπορεί να μεταφερθεί και να τοποθετηθεί σε πολλά σημεία (κυρίως συσκευές μικρού βάρους και μεγέθους, που δεν έχουν μια σταθερή βάση εγκατάστασης ή μη συνδεδεμένες ενσύρματα σε ένα δίκτυο)
φορητός υπολογιστής

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φορητός< φορέω < φορά < φέρω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φορητός

  1. κινητός, φορητός, μετακινήσιμος
  2. ανεκτός, υποφερτός
  3. αυτός που μεταφέρθηκε από κάπου ή αυτός που μεταφέρεται