φέρετρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φέρετρο | φέρετρα |
| γενική | φέρετρου και φερέτρου |
φέρετρων και φερέτρων |
| αιτιατική | φέρετρο | φέρετρα |
| κλητική | φέρετρο | φέρετρα |
[
]
Ετυμολογία
- φέρετρο < ελληνιστική κοινή < αρχαία ελληνική φέρτρον < φέρω
[
]
Ουσιαστικό
φέρετρο ουδέτερο
- ξύλινη συνήθως κάσα (κιβώτιο) μέσα στην οποία τοποθετείται ο νεκρός για να ταφεί
- (μεταφορικά) για μέσο μεταφοράς, πολύ επικίνδυνο να επιφέρει το θάνατο των επιβαινόντων