νεκρός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | νεκρός | νεκρή | νεκρό |
| γενική | νεκρού | νεκρής | νεκρού |
| αιτιατική | νεκρό | νεκρή | νεκρό |
| κλητική | νεκρέ | νεκρή | νεκρό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | νεκροί | νεκρές | νεκρά |
| γενική | νεκρών | νεκρών | νεκρών |
| αιτιατική | νεκρούς | νεκρές | νεκρά |
| κλητική | νεκροί | νεκρές | νεκρά |
Ετυμολογία [
]
- νεκρός < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά[
]
Επίθετο [
]
νεκρός, -ή(-ά), ό
- (για οργανισμό) που δε βρίσκεται πια στη ζωή, που έχει πεθάνει, που οι ζωτικές του λειτουργίες έχουν παύσει οριστικά
- (μεταφορικά) που δεν υφίσταται πια, που δεν μπορεί να υπάρξει ξανά
- ο έρωτάς μας είναι πια νεκρός
- (για μηχανές) που δεν λειτουργεί πια εξαιτίας μεγάλης βλάβης
- δεν ακούω τίποτα, το τηλέφωνο είναι νεκρό
Εκφράσεις[
]
- και νεκρούς ανασταίνει: είναι πολύ νόστιμο, πολύ γευστικό κλπ. (τόσο που και οι νεκροί "ανασταίνονται" για να το δοκιμάσουν)
- κλινικά νεκρός: ιατρικός όρος που δηλώνει ότι κάποιος θεωρείται ότι έχει πεθάνει αλλά με τεχνητά μέσα καταφέρνουν να λειτουργούν ακόμα οι περισσότερες από τις ζωικές λειτουργίες του
- (νεκρά) νεκρή περίοδος: χρονικό διάστημα κατά το οποίο πέφτει υπερβολικά η οικονομική δραστηριότητα λόγω έλλειψης πελατών
- (νεκρά) νεκρή φύση: (για πίνακες ζωγραφικής, σκίτσα, φωτογραφίες κλπ.) έκφραση που δείχνει ότι το περιεχόμενο που προβάλλεται αποτελείται από μη ζωντανούς φυτικούς οργανισμούς όπως κομμένα λουλούδια ή φρούτα
- νεκρή γλώσσα: η γλώσσα που δεν έχει πια ζωντανούς ομιλητές
- νεκρή ζώνη: περιοχή στην οποία έχει απαγορευτεί η διάβαση για στρατιωτικούς λόγους
- νεκρό γράμμα: διάταξη, απόφαση, νόμος κλπ., τα οποία, τελικά, δεν εφαρμόζονται
- νεκρός χρόνος: (αθλητισμός) χρόνος ο οποίος δεν προσμετράται στη συνολική διάρκεια του αγώνα και δεν λαμβάνονται υπόψη τα γεγονότα που γίνονται σε αυτό το διάστημα
[
]
Σύνθετα[
]
- νεκροθάφτης
- νεκροκεφαλή
- νεκροκρέβατο
- νεκρολογία
- νεκρολούλουδο
- νεκρομαντεία
- νεκρομαντείο
- νεκροπομπός
- νεκροσέντονο
- νεκροταφείο
- νεκροτομείο
- νεκροτομή
- νεκροτόμος
- νεκροφάνεια
- νεκροφιλία
- νεκρόφιλος
- νεκροφόρα
Μεταφράσεις[
]
Ουσιαστικό [
]
νεκρός αρσενικό
- ο άνθρωπος που έχει πεθάνει