λεωφορείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεωφορείο λεωφορεία
γενική λεωφορείου λεωφορείων
αιτιατική λεωφορείο λεωφορεία
κλητική λεωφορείο λεωφορεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λεωφορείο < αρχαία ελληνική λεώς (: λαός) και φορείο (< φέρω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /lɛ.ɔ.fɔ.ˈɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λεωφορείο ουδέτερο

  1. αυτοκινούμενο όχημα με δυνατότητα μεταφοράς πολλών επιβατών
    τα λεωφορεία των αστικών συγκοινωνιών
    σχολικό λεωφορείο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]