επιβάτης

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική επιβάτης επιβάτες
Γενική επιβάτη επιβατών
Αιτιατική επιβάτη επιβάτες
Κλητική επιβάτη επιβάτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Από το αρχαίο ρήμα επιβαίνω.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

επιβάτης αρσενικό

  • αυτός που κινείται με ένα μεταφορικό μέσο, ιδιωτικό ή δημόσιο, χωρίς να το οδηγεί ο ίδιος (και εφόσον δεν αποτελεί μέλος του πληρώματος)

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες