χροιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χροιά | χροιές |
| γενική | χροιάς | χροιών |
| αιτιατική | χροιά | χροιές |
| κλητική | χροιά | χροιές |
[
]
Ετυμολογία
- χροιά < αρχαία ελληνική χροιά
[
]
Ουσιαστικό
χροιά θηλυκό
- η απόχρωση (για χρώματα, αντικείμενα)
- το ηχόχρωμα, το χαρακτηριστικό ενός ήχου
- (μεταφορικά) η νοηματική ή συναισθηματική ή άλλη απόχρωση, τόνος
- το νέο μυθιστόρημά του έχει και μια πολιτική χροιά
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ουσιαστικό
χροιά θηλυκό
- η επιφάνεια του ανθρώπινου σώματος, το δέρμα
- το χρώμα του δέρματος