hunter
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
hunter (en)
- ο κυνηγός
- το κυνηγόσκυλο
- το άλογο που ιππεύεται σε κυνήγι
- αυτός που ψάχνει να βρει κάτι
[
]
- → δείτε τη λέξη: hunt