κυνηγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κυνηγός κυνηγοί
γενική κυνηγού κυνηγών
αιτιατική κυνηγό κυνηγούς
κλητική κυνηγέ κυνηγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυνηγός < αρχαία ελληνική κύων (σκύλος) γενική κυνός + άγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυνηγός αρσενικό

  1. αυτός που ασχολείται με το κυνήγι, ο θηρευτής (η λέξη οφείλει το σχηματισμό της στο ότι το κυνήγι συνήθως γίνεται με σκύλους)
  2. ο επιθετικός παίκτης στο ποδόσφαιρο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]