[
]
- κυνηγώ < αρχαία ελληνική κυνηγῶ (κύων + ἄγω= οδηγώ τα σκυλιά)
κυνηγώ, παθητικό κυνηγιέμαι, παθητική μετοχή κυνηγημένος
- προσπαθώ να εντοπίσω και να σκοτώσω ένα θήραμα
- κυνηγούσα αγριογούρουνα πάνω στο βουνό
- καταδιώκω κάποιον, τρέχω για να τον πιάσω ή να τον προλάβω
- κατατρέχω κάποιον
- επιδιώκω κάτι
- σε όλη του τη ζωή κυνηγούσε το χρήμα
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
κυνηγήσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
κυνηγώντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
κυνηγώ, κυνηγάω |
κυνηγάς |
κυνηγά, κυνηγάει |
κυνηγούμε, κυνηγάμε |
κυνηγάτε |
κυνηγούν, κυνηγάν(ε) |
| παρατατικός |
κυνηγούσα |
κυνηγούσες |
κυνηγούσε |
κυνηγούσαμε |
κυνηγούσατε |
κυνηγούσαν(ε) |
| αόριστος |
κυνήγησα |
κυνήγησες |
κυνήγησε |
κυνηγήσαμε |
κυνηγήσατε |
κυνήγησαν (κυνηγήσανε) |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα κυνηγώ, κυνηγάω |
θα κυνηγάς |
θα κυνηγά, κυνηγάει |
θα κυνηγούμε, κυνηγάμε |
θα κυνηγάτε |
θα κυνηγούν, κυνηγάν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα κυνηγήσω |
θα κυνηγήσεις |
θα κυνηγήσει |
θα κυνηγήσουμε |
θα κυνηγήσετε |
θα κυνηγήσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω κυνηγήσει |
έχεις κυνηγήσει |
έχει κυνηγήσει |
έχουμε κυνηγήσει |
έχετε κυνηγήσει |
έχουν κυνηγήσει |
| παρακείμενος β' |
έχω κυνηγημένο |
έχεις κυνηγημένο |
έχει κυνηγημένο |
έχουμε κυνηγημένο |
έχετε κυνηγημένο |
έχουν κυνηγημένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα κυνηγήσει |
είχες κυνηγήσει |
είχε κυνηγήσει |
είχαμε κυνηγήσει |
είχατε κυνηγήσει |
είχαν κυνηγήσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα κυνηγημένο |
είχες κυνηγημένο |
είχε κυνηγημένο |
είχαμε κυνηγημένο |
είχατε κυνηγημένο |
είχαν κυνηγημένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω κυνηγήσει |
θα έχεις κυνηγήσει |
θα έχει κυνηγήσει |
θα έχουμε κυνηγήσει |
θα έχετε κυνηγήσει |
θα έχουν κυνηγήσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω κυνηγημένο |
θα έχεις κυνηγημένο |
θα έχει κυνηγημένο |
θα έχουμε κυνηγημένο |
θα έχετε κυνηγημένο |
θα έχουν κυνηγημένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να κυνηγώ, κυνηγάω |
να κυνηγάς |
να κυνηγά, κυνηγάει |
να κυνηγούμε, κυνηγάμε |
να κυνηγάτε |
να κυνηγούν, κυνηγάν(ε) |
| αόριστος |
να κυνηγήσω |
να κυνηγήσεις |
να κυνηγήσει |
να κυνηγήσουμε |
να κυνηγήσετε |
να κυνηγήσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω κυνηγήσει |
να έχεις κυνηγήσει |
να έχει κυνηγήσει |
να έχουμε κυνηγήσει |
να έχετε κυνηγήσει |
να έχουν κυνηγήσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω κυνηγημένο |
να έχεις κυνηγημένο |
να έχει κυνηγημένο |
να έχουμε κυνηγημένο |
να έχετε κυνηγημένο |
να έχουν κυνηγημένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
κυνήγα |
|
|
κυνηγάτε |
|
| αόριστος |
|
κυνήγησε |
|
|
κυνηγήστε |
|
|