κυνηγώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κυνηγώ < αρχαία ελληνική κυνηγῶ (κύων + ἄγω= οδηγώ τα σκυλιά)

Open book 01.svg Ρήμα[]

κυνηγώ, παθητικό κυνηγιέμαι, παθητική μετοχή κυνηγημένος

  1. προσπαθώ να εντοπίσω και να σκοτώσω ένα θήραμα
  2. κυνηγούσα αγριογούρουνα πάνω στο βουνό
  3. καταδιώκω κάποιον, τρέχω για να τον πιάσω ή να τον προλάβω
  4. κατατρέχω κάποιον
  5. επιδιώκω κάτι
    σε όλη του τη ζωή κυνηγούσε το χρήμα

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]