κυνηγώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κυνηγώ < αρχαία ελληνική κυνηγῶ (κύων + ἄγω= οδηγώ τα σκυλιά)

[] Open book 01.svg Ρήμα

κυνηγώ, παθητικό κυνηγιέμαι, παθητική μετοχή κυνηγημένος

  1. προσπαθώ να εντοπίσω και να σκοτώσω ένα θήραμα
  2. κυνηγούσα αγριογούρουνα πάνω στο βουνό
  3. καταδιώκω κάποιον, τρέχω για να τον πιάσω ή να τον προλάβω
  4. κατατρέχω κάποιον
  5. επιδιώκω κάτι
    σε όλη του τη ζωή κυνηγούσε το χρήμα

[] Plume ombre.png Κλίση


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες