κύων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κίων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κύων < αρχαία ελληνική κύων

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κύων αρσενικό ή θηλυκό

Εκφράσεις[]

  • τα άγια τοις κυσί: λέγεται όταν θεωρούμε ότι διαπράττεται κάτι που είναι ανόσιο, ιεροσυλία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική κύων κύνε κύνες
Γενική κυνός κυνοῖν κυνῶν
Δοτική κυνί κυνοῖν κυσί(ν)
Αιτιατική κύν κύνε κύνᾰς
Κλητική κύον κύνε κύνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κύων < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱwṓ. Συγγενές με το श्वन् (śván) (σανσκριτικά), το canis (λατινικά) και το hund (αγγλοσαξονικά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κύων αρσενικό ή θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) (ζωολογία) ο σκύλος
  2. (μεταφορικά) (υβριστικά) σκύλος
  3. ο Σείριος (στον αστερισμό του Κυνός)
  4. η άρθρωση στον αστράγαλο του αλόγου