κυνικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | κυνικός | κυνική | κυνικό |
| γενική | κυνικού | κυνικής | κυνικού |
| αιτιατική | κυνικό | κυνική | κυνικό |
| κλητική | κυνικέ | κυνική | κυνικό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | κυνικοί | κυνικές | κυνικά |
| γενική | κυνικών | κυνικών | κυνικών |
| αιτιατική | κυνικούς | κυνικές | κυνικά |
| κλητική | κυνικοί | κυνικές | κυνικά |
[
]
Ετυμολογία
- κυνικός < αρχαία ελληνική κυνικός < κύων
[
]
Επίθετο
κυνικός
- που εκφράζεται (δυσάρεστα) και με απόλυτη ευθύτητα και ειλικρίνεια, χωρίς ευγένεια ή ευπρέπεια
[
]
Ουσιαστικό
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κυνικός | κυνικοί |
| γενική | κυνικού | κυνικών |
| αιτιατική | κυνικό | κυνικούς |
| κλητική | κυνικέ | κυνικοί |
κυνικός
- μέλος του κύκλου των κυνικών φιλοσόφων