κυνισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κυνισμός κυνισμοί
γενική κυνισμού κυνισμών
αιτιατική κυνισμό κυνισμούς
κλητική κυνισμέ κυνισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κυνισμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κυνισμός αρσενικό

  1. {{ αρχαίο φιλοσοφικό σύστημα που περιφρονούσε όλες τις κοινωνικές συμβάσεις και πρέσβευε την επιστροφή του ανθρώπου στη φύση σε μια ζωή με απόλυτη εγκράτεια και λιτότητα }}


32πχ Μεταφράσεις[]