incumbent
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
incumbent (en)
- ο ηθικά δεσμευτικός
Ουσιαστικό [
]
incumbent (en)
- ο κάτοχος (μιας θέσης στη δημόσια διοίκηση)
- ο επωφελούμενος από κάτι