intern
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
intern (en)
- σπουδαστής που κάνει την πρακτική του εξάσκηση σε ένα επάγγελμα
- ειδικευόμενος γιατρός