nasty
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
nasty (en)
- άσχημος, απωθητικός
- a nasty odour
- άσχημος, προσβλητικός
- a nasty comment
- άσχημος, κακόβουλος
- a nasty lie
- άσχημος, δυσάρεστος
- a nasty night
- άσχημος, επικίνδυνος
- a nasty accident