overall
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
Επίθετο [
]
overall (en)
- ολικός, συνολικός, γενικός
- overall majority: απόλυτη πλειοψηφία, αυτοδύναμη πλειοψηφία