pacjentka
Από Βικιλεξικό
Πολωνικά (pl) [
]
Ετυμολογία [
]
pacjentka (pl) < θηλυκό από το pacjent (pl)
Ουσιαστικό [
]
pacjentka (pl) θηλυκό
- η ασθενής
pacjentka (pl) < θηλυκό από το pacjent (pl)
pacjentka (pl) θηλυκό