pander
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
pander (en)
- προαγωγός
- η μεσολάβηση για προσφορά σεξ έναντι χρημάτων
Ρήμα
pander (en)
- ενεργώ ως προαγωγός
- κολακεύω, απευθύνομαι στις αδυναμίες και τα ελαττώματα κάποιου