προαγωγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προαγωγός προαγωγοί
γενική προαγωγού προαγωγών
αιτιατική προαγωγό προαγωγούς
κλητική προαγωγέ προαγωγοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

προαγωγός < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

προαγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. που προάγει κάτι, συμβάλλει στην ανάπτυξή του, το οδηγεί σε ένα ανώτερο στάδιο
    η πόλη μας ήταν προαγωγός του πολιτισμού
  2. που προάγει γυναίκες στην πορνεία

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες