peinture
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
peinture (fr) θηλυκό
Un artiste-peintre : ένας ζωγράφος (καλλιτέχνης).
Un peintre en bâtiment : ένας μπογιατζής.
Attention ! Peinture fraîche ! : προσοχή στη μπογιά !