peinture

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

peinture  (fr) θηλυκό

Un artiste-peintre : ένας ζωγράφος (καλλιτέχνης).

Un peintre en bâtiment : ένας μπογιατζής.

Attention ! Peinture fraîche ! : προσοχή στη μπογιά !

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

peintre, peindre

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες