portocală
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Ρουμανικά (ro)
[
]
Ετυμολογία
[
]
portocală
<
ελληνική
πορτοκάλι
Ουσιαστικό
[
]
portocală
(ro)
θηλυκό
πορτοκάλι
Κατηγορίες
:
Ρουμανικές λέξεις ελληνικής προέλευσης
Ρουμανική γλώσσα
Ουσιαστικά (ρουμανικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
English
Français
Magyar
Lietuvių
Malagasy
Nederlands
Occitan
Polski
Português
Română
Svenska
Türkçe